Σελίδες

Translate to:

English French German Spain Italian Dutch Russian Portuguese Japanese Korean Arabic Chinese Simplified

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Τι ξέρουμε για την κουκιά;



Η κουκιά καλλιεργείται για τους καρπούς της. Τα φύλλα της είναι σύνθετα πτερωτά, τα άνθη της μοιάζουν με αυτά της μπιζελιάς. Είναι χρώματος λευκού ή μοβ έχοντας μια χαρακτηριστική μαύρη κηλίδα σε κάθε πέταλο. Το ύψος του φυτού φτάνει το 1 μέτρο και η συγκομιδή των καρπών είναι σχετικά εύκολη αφού ο βλαστός του είναι ίσιος ενώ στα περισσότερα άλλα ειδή των ψυχανθών είναι περιεστραμμένος.

Καλλιεργείται σε ψυχρές και εύκρατες περιοχές. Η καταγωγή της είναι από την Ασία και η Κίνα έχει τη μεγαλύτερη παράγωγη στον κόσμο. Ευδοκιμεί σε όλα τα χώματα που έχουν καλή στράγγιση. Η σπορά γίνεται τον Οκτώβριο και το πότισμα την Άνοιξη.
Ο καρπός είναι κοντός, χοντρός, και άμισχος και περιέχει έως 10 μεγάλα ογκώδη σπόρια, τα γνωστά κουκιά. Η θρεπτική αξία των κουκιών είναι μεγάλη αφού είναι πλούσια σε πρωτεΐνες. Κάθε καρπός περιέχει νερό 72%, πρωτεΐνες 8%, υδατάνθρακες 20%, φυτικές ίνες 5%, φυτικά έλαια 1%. Είναι πλούσια σε φολικό οξύ (104 mg ανά 100 γραμ.) φώσφορο, μαγγάνιο, μαγνήσιο, χαλκό, κάλιο, νάτριο, σίδηρο. Περιέχει επίσης λιπαρά οξέα ω6 152 mg/100γρ. και ω3 12.0 mg/100 γρ.
Τα κουκιά τρώγονται μαγειρεμένα χλώρια ή ξερά. Οι καρποί που προορίζονται να καταναλωθούν σαν χλωροί μαζεύονται 10 μέρες μέτα το δέσιμο του καρπού. Εκτός από τροφή για τον άνθρωπο χρησιμοποιείται και σαν ζωοτροφή καθώς και για λίπανση των εδαφών αφού είναι πλούσια σε άζωτο. Αυτή είναι η γνωστή χλωρή λίπανση.
Στην Ελλάδα καλλιεργούνται διάφορες ποικιλίες όπως «κουκιά Σεβίλλης» με μακρείς καρπούς, «πρώιμα Χίου» με τα πλατιά σπόρια, «φούλια» με μικρούς καρπούς που συνήθως δίνονται σε ζωοτροφές, «κοινά κουκιά» με κοντό καρπό και μεγάλα αλλά λίγα σπόρια και άλλες.
Τα κουκιά μπορούν να προκαλέσουν δηλητηρίαση στα ζώα και στον άνθρωπο γνωστή ως κυάμωση, που εκδηλώνεται ως αιμολυτική αναιμία και σε πολλές περιπτώσεις είναι θανατηφόρος. Η κυάμωση προκαλείται σε άτομα που έχουν λόγω κληρονομικότητας έλλειψη του ένζυμου 6GPD.